Σημεία από την ομιλία του Χάρη Καστανίδη στη συζήτηση για την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει τροποποιήσεις των δύο Κωδίκων που προτείνουν οι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές και κατά κανόνα είναι σωστές (π.χ. οι διατάξεις για τη δωροδοκία, τη δωροληψία ή την τρομοκρατία) και τροποποιήσεις με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, οι οποίες κατά κανόνα είναι λανθασμένες. Στις τελευταίες εστιάζω.

Η διάταξη που προστίθεται από το Υπουργείο στο άρθρο 168 του ΠΚ, για να προστατεύσει την ομαλή διεξαγωγή των πλειστηριασμών είναι εντελώς εσφαλμένη. Υποτίθεται ότι η προσθήκη προβλέπει αυστηρότερες ποινές για την διατάραξη των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά διαφεύγει του επιμελούς νομοθέτη ότι οι ήδη ισχύουσες διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα (άρθρα 168 παρ1 και 334 παρ1) προβλέπουν μεγαλύτερες ποινές!

Με τη διατύπωση του προτεινόμενου άρθρου 290 Α, δεν τιμωρείται εκείνος που σκοτώνει έναν πεζό λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που έχει αναπτύξει à η περίπτωση της γιαγιάς με την εγγονούλα της, που σκοτώθηκαν στο πεζοδρόμιο. Ασκήθηκε δίωξη μόνο για ανθρωποκτονία από αμέλεια με μέγιστη ποινή φυλάκιση ως 5 έτη, ενώ αν την είχε σκοτώσει οδηγώντας όχημα τεχνικά ανασφαλές, θα είχε ποινή κάθειρξης 10 – 15 ετών. Δεν είναι άτοπο;;

Η ορθή διατύπωση είναι αυτή που περιλαμβάνει και την περίπτωση κάποιος να «τελεί κατά την οδήγηση του οχήματος άλλες εξίσου επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις».

Τροποποιείται το άρθρο 390, έτσι ώστε η κακουργηματική απιστία σε βάρος τραπεζικών ιδρυμάτων να διώκεται, πλέον, κατ’ έγκληση και όχι αυτεπαγγέλτως.

Διάταξη απολύτως εσφαλμένη. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογητική βάση, ώστε να είναι κατ’ έγκληση η ποινική δίωξη ενός κακουργήματος κατά της περιουσίας των τραπεζών. Στην πραγματικότητα, οι κακουργηματικές απιστίες που μπορεί να τελούν οι διευθύνοντες σύμβουλοι τραπεζών δεν θα μπορούν να διωχθούν ποτέ, καθώς η 3μηνη προθεσμία της έγκλησης θα έχει παρέλθει πριν καν διαπιστωθεί η ύπαρξη απιστίας.

Η ίδια η κατ’ έγκληση δίωξη κακουργηματικών πράξεων εμφανίζει εσωτερική αντίφαση, καθώς από τη μία πλευρά το κράτος δηλώνει ότι θεωρεί την πράξη ιδιαιτέρως σοβαρή ώστε να απειλεί καθείρξεις και από την άλλη αφήνει την πιθανή δίωξη και τιμωρία της στον παθόντα σαν να επρόκειτο για δική του αποκλειστικά υπόθεση.

Είναι άλλο ζήτημα, αν, προκειμένου να αποφευχθούν άσκοπες ποινικές διαδικασίες, ο νομοθέτης μπορεί να απαιτεί πριν από οποιαδήποτε άσκηση ποινικής δίωξης την βεβαίωση της κατάχρησης από συγκεκριμένο ελεγκτικό όργανο. Συνεπής προς τον σκοπό αυτό είναι η τροπολογία που κατέθεσε το Κίνημα Αλλαγής.

Τέλος, πέραν του νομοσχεδίου και των προτεινομένων τροποποιήσεων.

Στον ισχύοντα ΠΚ, η κατ’ έγκληση δίωξη περιορίζεται κατά κανόνα σε πλημμελήματα.

Εντούτοις κατ’ εξαίρεση προβλέπεται έγκληση και για την κακουργηματική υπεξαίρεση (375 παρ. 2), την κακουργηματική απάτη (386 παρ. 1 εδ. β΄) και την κακουργηματική απάτη με υπολογιστή (386Α παρ. 1 εδ. β΄). 

Η διαφοροποίηση της ρύθμισης ειδικά για τα εγκλήματα αυτά φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας.

Επιπλέον είναι απολύτως εσφαλμένη, γιατί θα οδηγήσει σε απόλυτη αδυναμία δίωξης των εγκλημάτων, όταν οι πράξεις τελούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους νομικών προσώπων.

Γι’ αυτό, οι κακουργηματικές υπεξαιρέσεις, απάτες και απάτες με υπολογιστή πρέπει να διώκονται αυτεπαγγέλτως.

Για να δείτε ολόκληρη την ομιλία πατήστε ΕΔΩ.