ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ & ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΧΑΡΗ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, περίπου ένα χρόνο τώρα η χώρα μας αντιμετωπίζει έκτακτες οικονομικές συνθήκες. Η Κυβέρνηση έχει κληθεί να τις αντιμετωπίσει εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, ένα πρόγραμμα το οποίο έχει επιβάλλει θυσίες στον ελληνικό λαό, τις οποίες έχει αποδεχθεί να επωμισθεί έχοντας εύλογες προσδοκίες ότι θα πετύχει.
Το ίδιο χρονικό διάστημα, όσο δηλαδή η χώρα βιώνει μεγάλη οικονομική κρίση, διατυπώνονται στη δημόσια συζήτηση ορισμένα ερωτήματα στα οποία θέλω να απαντήσω.

Το πρώτο ερώτημα που διατυπώνεται είναι εάν η χώρα μπορούσε με διαφορετικούς χειρισμούς της Κυβέρνησης να αποφύγει την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης. Η απάντηση είναι ότι κατά μήνα Απρίλιο, όταν ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση αποφάσισαν την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, περιθώρια διαφορετικής επιλογής δεν υπήρχαν, διότι ήδη οι αγορές είχαν «αποφασίσει» με τον τρόπο τους ότι δεν υπήρχαν πια δανειοδοτικές δυνατότητες προς μία χώρα, η οποία παρουσίαζε αρνητικά δημοσιονομικά μεγέθη.
Οι επιλογές που είχε η Κυβέρνηση εκείνη τη στιγμή στη διάθεσή της ήταν ή να αποφασίσει την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης ή να καταφύγει σε δραματικές επιλογές σχετικά με τους μισθούς και τις συντάξεις.
Επέλεξε την πρώτη εκδοχή. Η εξέλιξη των γεγονότων δικαίωσε την επιλογή της Κυβέρνησης, ότι δηλαδή δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα πλην της προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης, εξαιτίας της άρνησης των αγορών να συνεχίσουν την δανειοδότηση προς τη χώρα.
Όταν κάνω λόγο για γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν, αναφέρομαι στην περίπτωση της Ιρλανδίας, η οποία είναι η δεύτερη χώρα που προσέφυγε –για διαφορετικούς βέβαια λόγους- στο μηχανισμό στήριξης και η πιθανολογούμενη τρίτη περίπτωση προσφυγής της Πορτογαλίας, ενώ την ίδια ώρα όλες οι χώρες της Νότιας Ευρώπης δέχονται ασφυκτικές πιέσεις από τις επιθέσεις των αγορών.
Το δεύτερο ερώτημα, το οποίο πλανάται στη δημόσια συζήτηση, είναι γιατί οι διεθνείς αγορές επέλεξαν να επιτεθούν σε βάρος της χώρας μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου και όχι νωρίτερα. Η απάντηση έχει δυο όψεις, τις οποίες θέλω να περιγράψω.
Προ των εκλογών του Οκτωβρίου του 2009 στους κύκλους της ευρωζώνης ήταν γνωστό το οικονομικό και δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, αλλά δεν ήταν γνωστό στην πλήρη έκτασή του. Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει μέχρι και αυτή τη στιγμή διαδοχικές δηλώσεις είτε Υπουργών Οικονομικών άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε θεσμικών παραγόντων του EUROGROUP ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δηλώσεις οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι ναι μεν είχε προσδιοριστεί το πρόβλημα, αλλά η ακριβής έκτασή του αποσαφηνίσθηκε μέσα από τις συνεχείς αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων μετά τον Οκτώβριο του 2009.
Η αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων δεν έγινε και δεν γίνεται, όπως ορισμένοι υπονοούν, επειδή η ελληνική Κυβέρνηση προσέφερε τα στοιχεία, αλλά γιατί η EUROSTAT και οι άλλες αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με συνεχείς ελέγχους προσδιόρισαν τα πραγματικά μεγέθη μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου.
Όταν οι αγορές αντελήφθησαν ποια είναι η πραγματική δημοσιονομική εικόνα της χώρας, είχαν έναν πρόσθετο λόγο –πέραν του δισταγμού για τη δανειοδότησή της- να ασκήσουν πίεση προς την Ελλάδα. Ο λόγος αυτός ήταν απολύτως πραγματιστικός, αλλά και ιδεολογικός.
Όταν ξέσπασε η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση, ξεκινώντας από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και διαδιδόμενη σε όλο τον κόσμο, οι διεθνείς αγορές μπροστά στον κίνδυνο κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος απεδέχθησαν –πιέζοντας ταυτοχρόνως- τη γενναία χρηματοδότηση από το κράτος.
Η αποτροπή της κατάρρευσης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος οφείλεται στην αποφασιστική και γενναία χρηματοδότηση των προϋπολογισμών των κρατών, προϋπολογισμών βεβαίως που συγκροτούνται από έσοδα των φορολογουμένων. Οι διεθνείς αγορές εκείνη την περίοδο της οξυμένης κρίσης  βολεύονταν, γιατί η χρηματοδότηση εξασφάλιζε ότι δεν θα υπήρχε άλλος οργανισμός, όπως η Lehman Brothers, που θα κατέρρεε.
Όταν το καλοκαίρι του 2009 άρχισε να συστηματοποιείται η συζήτηση μεταξύ κυρίως ισχυρών χωρών, ότι για να αποτραπούν μελλοντικές κρίσεις θα έπρεπε οι ισχυρές οικονομίες να αποφασίσουν μέτρα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε παγκόσμια κλίμακα, οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν θέλοντας να δείξουν ποιος είναι αυτός ο οποίος κανοναρχεί στη διεθνή οικονομία.
Αφού, λοιπόν, εισέπραξαν όσα εισέπραξαν από τις κρατικές ενισχύσεις, μπροστά στον κίνδυνο να υπάρξουν χρηματοπιστωτικοί κανόνες, επέλεξαν έναν αδύναμο κρίκο των χωρών ανά τον κόσμο –ήταν η Ελλάδα- προκειμένου να επιτεθούν και να δηλώσουν έτσι ότι οι ίδιες προσδιορίζουν τις εξελίξεις στο παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό. Οι δύο αυτοί λόγοι εξηγούν γιατί οι διεθνείς αγορές επέλεξαν την επίθεση μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009.
Ποιες είναι όμως τώρα οι διεθνείς αγορές; Πίσω από το γενικό χαρακτηρισμό «διεθνείς αγορές» κρύβεται ένας «θεός», τον οποίο καλούνται πολλοί να υπηρετήσουν. Οι διεθνείς αγορές είναι μερικές δεκάδες γίγαντες χρηματοπιστωτικοί, τράπεζες επενδυτικών πρωτοβουλιών, επενδυτικά κεφάλαια και οίκοι αξιολόγησης.
Το δομημένο αυτό σύστημα είναι που προσδιορίζει τις εξελίξεις, γι’ αυτό και καθιστά επιτακτική την υποχρέωση των χωρών της παγκόσμιας κοινότητας, όχι μόνο να αντιληφθούν, αλλά και να προχωρήσουν σε ρυθμίσεις που δεσμεύουν τη λειτουργία των αγορών.
Το τρίτο ερώτημα που πλανάται στη δημόσια συζήτηση είναι εάν τα μέτρα, τα οποία έλαβε η ελληνική Κυβέρνηση σε συνεργασία με τους δανειστές μας και τα οποία συμπυκνώθηκαν στο μνημόνιο, είναι μέτρα που αναλογούν σε μια προοδευτική σοσιαλδημοκρατική και κεντροαριστερή Κυβέρνηση.
Είναι προφανές, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι υπό στοιχειωδώς ομαλές οικονομικές συνθήκες καμία κυβέρνηση που εκπροσωπεί το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας δεν θα ελάμβανε τέτοια μέτρα. Ορισμένα από τα μέτρα που στοχεύουν στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού ή στην αναδιάρθρωση των κρατικών λειτουργιών οφείλαμε να τα υποστηρίξουμε σε κάθε περίπτωση. Υπάρχουν όμως άλλα που δεν ταιριάζουν στην ιδεολογική και προγραμματική φυσιογνωμία του κόμματος που κυβερνά.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους μας και τους πολίτες, είναι ότι τα μέτρα αυτά έχουν αποφασιστεί κάτω από συνθήκες απόλυτα έκτακτες, υπό τις οποίες το προέχον κριτήριο της κυβερνητικής πολιτικής είναι να σωθεί η χώρα εν μέσω αλλεπάλληλων οικονομικών  κυμάτων που φέρει η δημοσιοοικονομική κρίση.
Είναι, επίσης, προφανές ότι η Κυβέρνηση πράττει και οφείλει να πράττει διαρκώς στους άλλους τομείς, πέραν της οικονομίας, με τρόπο που να επιβεβαιώνει την ιδεολογική και προγραμματική φυσιογνωμία της. Υπάρχουν τομείς όπως η δικαιοσύνη, η διαφάνεια, η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης ή η πρόνοια, στους οποίους η επιβεβαίωση της φυσιογνωμίας ενός κόμματος της κεντροαριστεράς είναι απολύτως αναγκαία. Ως προς την υποθηκευμένη οικονομία, λόγω των αρνητικών εξελίξεων κατά τα προηγούμενα έτη, η υποχρέωση της Κυβέρνησης είναι να διασώσει τη χώρα από οικονομική καταβύθιση.
Με την πάροδο του χρόνου και όσο θα σταθεροποιείται η οικονομική κατάσταση, θα επανέλθουν πολιτικές για τους πολίτες που χειμάζονται και πρέπει να υποστηριχθούν.
Όσο όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο ελληνικός λαός και η Κυβέρνηση αντιμετωπίζει δυσβάσταχτες οικονομικές συνθήκες, τόσο στους Έλληνες πολίτες οξύνεται το αίσθημα ότι μια θυσία δικαιώνεται, όχι μόνο ως προς τα οικονομικά αποτελέσματα, αλλά και όσο περισσότερο εδραιώνεται στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον το αίτημα της δικαιοσύνης. Οι πολίτες ζητούν η δικαιοσύνη να είναι στοιχείο της συμπεριφοράς όλων μας και απαιτούν να υπάρξει παραδειγματική τιμωρία και απόδοση της ευθύνης σε αυτούς που θα κριθεί, από τα εκάστοτε αρμόδια όργανα, ότι όντως ευθύνονται για την αρνητική εξέλιξη της οικονομίας μας.
Έχετε ακούσει όλοι σας –είμαι σίγουρος- όπως έχω ακούσει και εγώ, ότι το αίτημα αυτό επανέρχεται και σε δημόσιες και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Βεβαίως, καμία τιμωρία ή αναγνώριση ευθύνης δεν μπορεί να γίνει χωρίς τον απόλυτο σεβασμό των δικονομικών εγγυήσεων και του νομικού πολιτισμού. Αλλά ο ελληνικός πολιτικός κόσμος, όπως και η Δικαιοσύνη, πρέπει να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη ότι η εγκαθίδρυση αισθήματος δικαιοσύνης ελαφρύνει το βάρος που έχει αναλάβει ο ελληνικός λαός. Άρα, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε σ’ αυτό το αίτημα.
Ορισμένοι σκέφτονται ότι μια βασική πηγή προβλημάτων είναι ο νόμος περί ευθύνης υπουργών. Δεν έχουν εν όλω άδικο. Αλλά η εφαρμογή -σπεύδω να δηλώσω- ενός νόμου, ακόμα και αν προβλέπει σημαντικούς περιορισμούς, πρωτίστως επαφίεται στην αποφασιστική στάση και βούληση μιας Κυβέρνησης και των πολιτικών κομμάτων να τον εφαρμόσουν.
Τα προβλήματα κυρίως ξεκινούν από την ενδοτική στάση προηγούμενων κυβερνήσεων στον πειρασμό να μην εφαρμόσουν το νόμο περί ευθύνης υπουργών. Η αποφασιστική στάση της παρούσας κυβέρνησης είναι ότι πρέπει πρώτον, να εφαρμόσει το νόμο περί ευθύνης υπουργών και δεύτερον, στα περιορισμένα όρια που επιτρέπει το Σύνταγμά μας, να υπάρξουν μεταβολές του.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης θα αναλάβει πολύ σύντομα νομοθετική πρωτοβουλία που θα τροποποιεί το νόμο περί ευθύνης υπουργών, μέσα βέβαια στα περιθώρια που επιτρέπει το άρθρο 86 του ισχύοντος Συντάγματος. Τα μέτρα που θα συγκροτήσουν αυτή τη νομοθετική πρωτοβουλία είναι κυρίως τα μέτρα που έχει αποφασίσει η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας με συμφωνία, αν όχι όλων, των περισσοτέρων κομμάτων.
Αλλά η ουσιαστική και θεαματική μεταβολή του νόμου περί ευθύνης υπουργών θα γίνει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος. Μέχρι τότε οφείλουμε να δώσουμε δείγμα γραφής.
Θα υπάρξουν και άλλες βεβαίως θεσμικές πρωτοβουλίες από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δεν θα σας κουράσω στη συζήτηση επί του Προϋπολογισμού. Θα είναι κυρίως πρωτοβουλίες για την ψήφιση αναμορφωμένων των βασικών κωδίκων, δηλαδή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Ποινικού Κώδικα, του Σωφρονιστικού Κώδικα, Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Θα υπάρξουν, επίσης, πρωτοβουλίες για την υλοποίηση της ψηφιακής δικαιοσύνης, μια επιλογή που είναι εκ των ων ουκ άνευ, διότι η δικαιοσύνη στην πράξη δεν μπορεί να απονεμηθεί σωστά και ταχέως αν δεν φτάσουμε στην ψηφιακή της υποστήριξη. Άλλες χώρες το έχουν καταφέρει εδώ και πολλά χρόνια.
Θέλω απλώς να γνωρίζετε ότι μια σειρά από δράσεις εντασσόμενες στο πρόγραμμα της ψηφιακής σύγκλισης και στο πρόγραμμα της διοικητικής μεταρρύθμισης θα καταλήξουν, με την επιλογή αναδόχων, στους πρώτους τρεις με τέσσερις μήνες του επομένου έτους, του 2011, οπότε θα αρχίσουν πια να διαμορφώνονται.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζουμε όλοι ότι στις δύσκολες περιόδους χρειάζεται μεγάλο πολιτικό θάρρος. Χρειάζεται πολιτικό σθένος για να υπερασπιστείς δύσκολες πολιτικές επιλογές. Η Κυβέρνηση με την συμπεριφορά της μέχρι σήμερα -και παρά τα επιμέρους λάθη που μπορεί κανείς να αναζητήσει- έχει επιδείξει το πολιτικό σθένος και την αποφασιστικότητα να διασωθεί η χώρα.
Νομίζω ότι όλοι οι συνάδελφοι πρέπει να κατατείνουμε προς τον ίδιο στόχο, ο καθένας βεβαίως από την ιδεολογική και προγραμματική του θέση, γιατί πριν απ’ όλα αυτό που αξίζει, πριν από την εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης μερικότερης κοινωνικής ή οικονομικής πολιτικής, είναι η διάσωση της χώρας.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Advertisements